e-mail



koukouraeugenia@hotmail.com


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ μέρος 2


Το 1933 ο Μιχαήλ Πιτσώκος όταν συνειδητοποίησε μια έμφυτη κλίση για την ιεροσύνη χειροτονήθηκε ιερέας στο Κιλκίς από τον Μακαριστό επίσκοπο Κύριλλο και ορίστηκε εφημέριος στο ακριτικό χωριό Αμάραντα.

Ο πάτερ Μιχαήλ Πιτσώκος ήταν καλλίφωνος και ήξερε τα καλά γράμματα του σχολαρχείου αλλά δεν είχε καμία λειτουργική εμπειρία. Όμως σύντομα με τη βοήθεια του πατρός Ιωάννη από το Δροσάτο, το κοντινό χωριό, πρόσφυγα από τον Πόντο, διδάχτηκε την λειτουργική και έγινε ιερέας κάτω από πολύ δύσκολες εξωτερικές συνθήκες.

Χειροτονήθηκε την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου χωρίς κανένα μέλος της οικογένειας του παρόντα, γιατί δεν μπορούσαν ν’ ανταποκριθούν στα έξοδα μεταφοράς από την Θεσσαλονίκη στο Δροσάτο.

Το 1936 ζήτησε μετάθεση για το χωριό Γαλλικό του Κιλκίς όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από το Αλί – Αγά.

Η επιλογή της τοποθεσίας κοντά στον ποταμό Γαλλικό ( Εχέδωρο στην αρχαιότητα), έγινε από τον προεστό της κοινότητας Απόστολο Παλαιολόγο, γιατί ήταν κοντά στην σιδηροδρομική γραμμή και με το τραίνο θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα παραγόμενα γεωργικά προϊόντα στη Θεσσαλονίκη.

Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ζήτησε μετάθεση από τον τότε Μητροπολίτη Ιωακείμ για την Θεσσαλονίκη και το 1955 με την παπαδιά την κυρά – Δημητρία, ο παπά – Μιχάλης Πιτσώκος πηγαίνει να προσκυνήσει τ’ άγια χώματα των προγόνων μας.

Με τραίνο ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη με άλλους Έλληνες – Σμυρνιούς προσκυνητές.
Στις 20 Αυγούστου του 1955, τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια μετά το διωγμό,
ο παπά – Μιχάλης φθάνει στη Μικρασία.

Νιος ήταν και γέρασε το παλλικάρι.

Πρόσφυγας στα είκοσι εννιά. Κυπαρίσσι, μελαχρινό με κόκκινο πρόσωπο γεμάτο ζωή.

Ζωή που τρίφτηκε στη βιοπάλη και εξαγνίστηκε στο ιερό θυσιαστήριο.

Ιερέας , άνθρωπος, στοργικός εφημέριος, μεγαλόθυμος ποιμένας σε μια ενορία με κατατρεγμένους ενδεείς και υποβαθμισμένους κατοίκους της δυτικής συνοικίας της Θεσσαλονίκης, της Σταυρούπολης.
Προσηνής ιερέας – παράδειγμα και στοργικός οικογενειάρχης, που τα μάτια του είδαν πολλά και τ’ αυτιά του άκουσαν πολλά και το στόμα του έλεγε λίγα.

Στη Σμύρνη , στη γειτονιά της Αγίας Φωτεινής, που την έκαψαν οι Τούρκοι και στη θέση του ναού κτίστηκε το FOIRE μαθές!

Η έκτεση!

Αγνώριστη η πόλη! ΟΧΙ δικιά!

Η τελευταία ματιά έγινε πάνω στην πλάτη του αλόγου 33 χρόνια πριν κι η τωρινή 33 χρόνια μετά.

Πολλά σπίτια καινούργια!

Νέοι κάτοικοι!

Τούρκοι , που κι αυτοί βρήκαν μια νέα πατρίδα…. Άφησαν κι αυτοί τον τόπο που γεννήθηκαν, για έναν καινούργιο που τα δέντρα του ρίζωσαν πάνω στα κόκκαλα των ανθρώπων που ήταν εκεί από πάντα... Κόκκαλα που πάνω τους τα ριζωμένα δένδρα βγάλαν κλωνιά και βλαστούς κι ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι.

Και μοσχοβολάει ο αέρας με τη μυρωδιά τους την άνοιξη και λάμπουν στον ήλιο οι μεστοί καρποί το καλοκαίρι και μαζί τους λάμπει το αιώνιο χρυσάφι της Ιωνίας.

Όπου είναι τάφοι προγόνων , είναι ΠΑΤΡΙΔΑ !

Είναι εκεί και φυλάνε τις Θερμοπύλες και μας περιμένουν.

Είναι όλα εκεί, απείραχτα, εκτός από μας και τσι δικοί μας που τους ξερίζωσαν και φύγανε μακριά απ’ τ’ άγια τούτα χώματα.

Άντε νταγιάντα ( κουράγιο ) να πάμε και στ’ Αλάγα.

Ιβί κόρη μ’ τα τσαρσιά!....

Και το διώροφο σπίτι του Μπαλτατζή με τον μεγάλο κήπο και το περιβόλι με τους ψηλούς φράχτες γύρω – γύρω.

Και το δικό μας το σπίτι το διώροφο και δίπλα το σπιτάκι το μικρό, το χτισμένο κολλητά, που το νοικιάζαμε στον Τούρκο.


Τώρα είμαστε εδώ Δημητρία!

Τι θα χωρέσει στην αγκαλιά των ματιών μας για να πάρουμε μαζί μας στην καινούργια πατρίδα;

Πόσο χώμα θα χωρέσει στις χούφτες μας για να ρίξουμε πάνω στους τάφους των πεθαμένων που δεν τους χώρεσε αυτή η γη;

Ο κύριος Γιάννης κατάγεται από το κοντινό χωριό. Το Pinarbasi !
Θα πάμε κι εκεί να προσκυνήσουμε. Το χωριό αυτό απέχει μόλις 6 χιλιόμετρα από το Αλί – Αγά το χωριό της Δημητρίας.

Κι εκεί οι μνήμες ζωντανεύουν και σχίζουν την καρδιά, την κομματιάζουν. Το Pinarbasi - που το’ όνομα του σημαίνει στις όχθες του ποταμού – είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Έρμου, που αφού περνάει μέσα από τις Σάρδεις εκβάλει τα νερά του στον κόλπο της Σμύρνης, τον Ερμαίο κόλπο.

Εκεί ο κύριος Γιάννης ψάχνει για τον κρυμμένο θησαυρό της οικογενείας του και ο παπά Μιχάλης Πιτσώκος πηγαίνει με την Δημητρία στον καφενέ του χωριού όπου γεροντάκια με άσπρα μαλλιά που στεφανώνουν ρυτιδωμένα πρόσωπα, ρουφούν τον ναργιλέ τους και θυμούνται τα περασμένα της ζωής τους, γυρνώντας αργά τις χάντρες στα κομπολόγια τους.

Ο παπά Μιχάλης φτάνει στον καφενέ το Αυγουστιάτικο ζεστό μεσημέρι και όλοι σηκώνουν τα μάτια και καμαρώνουν την ψηλή κορμοστασιά του.

Ένα γεροντάκι με άσπρο σαρίκι τον κοιτάζει κι αναπηδάει λες και έπεσε αναμμένο κάρβουνο επάνω του και τον ζεμάτισε.

- Χότζας είσαι αφέντη μου; :του λέει.

- Ναι, απαντάει ο παπά Μιχάλης που έκρυβε την ιδιότητα του.

Σ’ όλο το ταξείδι προσκύνημα στη Μικρασία φορούσε γκρι παντελόνι και λευκό πουκάμισο αλλά τα γκρι μακριά του γένια κι η θεϊκή παρόρμηση έκανε τον Τούρκο να τον καταλάβει.

- Μη φύγεις του λέει σε παρακαλώ, θα γυρίσω σε λίγο.

Και με μιας ανασταίνονται τα γέρικα κόκκαλα του και χάνεται στα σοκάκια του Pinarbasi για να επιστρέψει - σαν τον άνεμο – μέσα σε λίγα λεπτά.

Κρατάει στα χέρια του σφικτά ένα σεντόνι υφαντό με ευλάβεια σαν άγιο λείψανο, σαν νιογέννητο παιδί - θησαυρό.

Παίρνει τον παπά Μιχάλη στο εσωτερικό του καφενέ και με γρήγορες κινήσεις ξετυλίγει το θησαυρό.

-Πάρ’ τον, του λέει και του τον δίνει για να γίνει απάνω του ένα με το ιδρωμένο κορμί του παπά Μιχάλη. Είναι ο .....

-Είναι ο Άγιος Θεράποντας, η εικόνα του δικού μας, που έμεινε πίσω στο μεγάλο διωγμό για να φυλάει τα μέρη τ’ άγια και να τα ημερέψει απ’ την αντάρα και την δίψα για αίμα που είχαν οι διώκτες.

-Πάρε τον Άγιο σας , τόσα χρόνια δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Ο παπά Μιχάλης παίρνει την εικόνα στα χέρια του κι ανάβει ολόκληρος. Λες και ο Άγιος μπαίνει μέσα στο κορμί του!
Κι όσο ο Άγιος και ο παπά – Μιχάλης γίνονται ένα σε θεία μέθεξη, ο τούρκος – Χότζας, κι αυτός, βλέπει μ’ ανακούφιση την ιερή αυτή στιγμή που περίμενε 33 ολόκληρα χρόνια.

Και βγάζει μέσα απ’ το πουκάμισο του ένα ακόμη ιερό κειμήλιο. Τ’ άγιο δισκοπότηρο που κι αυτό το βρήκε στο αγίασμα του Αγίου Θεράποντα στο Pinarbasi.

Ο παπά – Μιχάλης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1955.
Για να αποφύγει τον έλεγχο στα σύνορα, από τις τελωνιακές αρχές, εμπιστεύτηκε τα ιερά κειμήλια σ’ έναν γάλλο τουρίστα. Κι ένα μοναδικό βιβλίο που αγόρασε στη Σμύρνη στις 20 Αυγούστου του ’55, το έκρυψε η παπαδιά πίσω από τις κουρτίνες του τραίνου για να αποφύγει τους τούρκους τελωνειακούς.

Λίγες μέρες μετά ο παπά – Μιχάλης έφερε την εικόνα του Αγίου Θεράποντα και το Άγιο Δισκοπότηρο στον νεόδμητο ναό του Αγίου Θεράποντα στην Θεσσαλονίκη.

Ο πάτερ Μιχαήλ Φραγκίσκου Πιτσώκος πέθανε στην Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουνίου του 1966, 73 ετών. Η Δημητρία πέθανε το 1988, 86 ετών. Άφησαν πίσω τους την πρωτότοκη κόρη τους Μαργαρίτα, σύζυγο του στρατηγού Ανδρέα Κούκουρα και τον γιο τους Κωνσταντίνο, που απέκτησε γιο που ονομάζεται Μιχάλης και ζει στην Φλόριντα των Η.Π.Α.

Κόρες της Μαργαρίτας και του Ανδρέα Κούκουρα είναι η Ευγενία Κούκουρα και η Δήμητρα Κούκουρα.

Η Ευγενία, με την χάρη του θεού και τις πρεσβείες του Αγίου Θεράποντα κατέγραψε τις παιδικές της μνήμες από τις διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς, με τη βοήθεια της γλαφυρής αφήγησης της μητέρας της Μαργαρίτας που πέθανε στις 29 Μαΐου του 2000.

Δόξα τω θεώ πάντων ένεκεν !

Ογδόντα χρόνια πέρασαν από τη Μικρασιατική καταστροφή.
Κι εμείς τα εγγόνια του παπά Μιχάλη και τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας είμαστε εδώ στην Θεσσαλονίκη και τα μέρη μας και τα μερέσια μας είναι εδώ.


Και η Ιωνία είναι η χαμένη μας πατρίδα.

Κι ο Κώστας ο εγγονός του Κώστα Πιτσώκου θα πει στα εγγόνια του για την αιχμαλωσία του παππού του, που τον έβλεπε να πηγαινοφέρνει το κεφάλι του και να διηγείται τα βασανιστήρια που πέρασε στα χέρια των Τούρκων και το πώς γλίτωσε από τα χέρια τους μετά από οκτώ χρόνια, ενώ άλλοι αιχμάλωτοι βρήκαν φρικτό θάνατο, κι οι δικοί τους δεν τους έθαψαν ποτέ για να ησυχάσουν.

Η Δήμητρα διδάσκει στο πανεπιστήμιο πως υπάρχει και καλός Σαμαρείτης.

Και η Ευγενία έμαθε τα τούρκικα και πηγαίνει στην Μικρασία.

Μακάρι θεέ μου να μην υπάρχουν σύνορα κι εκεί και εδώ να είναι ο ίδιος ντουνιάς (ο κόσμος ).

Κι ο Τούρκος της Μικρασίας να μην τον κάνουν να είναι οχτρός του ΄Ελληνα της Τούμπας, του Γαλλικού, της Πέλλας, του Βαθύλακου, του Πειραιά, αλλά αρκαντάς – φίλος, ή μακάρι και καρντάς – αδερφός.

Κι ο Μεχμέτης κι ο Μιχαλιός να πηγαίνουν αντάμα – μαζί – beraber – όπως αντάμωσαν και φίλιωσαν οι προ- παππούδες τους πριν από 50 χρόνια, μισό αιώνα

Κι ο Άγιος Θεράπων που είναι εδώ μαζί μας, μεσίτης και πρεσβευτής μας ας μεταφέρει ψηλά στον θρόνο της Χάριτος τις προσευχές μας, να ζήσουμε οι γείτονες μεταξύ μας, με ειλικρινή ειρήνη και φιλία.

«Μάστιξ, θνήσκων, Δεσπότου του σου χάριν
Εσύ που πέθανες με μαστίγιο για χάρη του Κυρίου και Δεσπότου σου
Εύνους θεράπων χρηματίζεις θεράπων
Εσύ που έχεις το χάρισμα να θεραπεύεις πάντοτε μας θεραπεύεις



ΑΓΙΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ, Επίσκοπος Κύπρου,
έργο της αδελφότητος Ιωασαφαίων 1907, Άγιον Όρος


ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ
Από τον Συναξαριστή Άγιο Νικόδημο τον Ιερομάρτυρα Βενετία 1819

Την 14η Μαΐου τιμούμε την μνήμη του Αγίου Θεράποντα.
Από πού καταγόταν κι από ποιους γονείς γεννήθηκε και ποιους χρόνους ή ποιοι ήταν ηγεμόνες και βασιλείς όταν ομολόγησε τον Χριστό και έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου, όλα αυτά λέγω, δεν ξέρουμε να πούμε γιατί τα υπομνήματα της ζωής του χάθηκαν από τον πανδαμάτορα χρόνο.
Το ότι ήταν μοναχός το δηλώνουν οι εικόνες του, στις οποίες είναι ντυμένος μοναχός.
Το ότι χρημάτισε Επίσκοπος Κύπρου, κι ότι πρόσφερε τον εαυτό του στον Χριστό δι’ αίματος και τελείωσε μετά από μαρτυρικό αγώνα, αυτά τα παραλάβαμε από την παλιά παράδοση, η οποία έφθασε μέχρι τις μέρες μας από στόμα σε στόμα. Έτσι και πιστεύουμε πως είναι αληθινά επειδή τα διδαχτήκαμε με την προφορική παράδοση από γενιά σε γενιά, απ’ αυτούς που τα γνώρισαν (αυτά) οι ίδιοι τους.
Το τίμιο λείψανο του Αγίου θεράποντος μεταφέρθηκε στη Κωνσταντινούπολη, όταν οι Αγαρινοί σχεδίαζαν να κουρσέψουν την Κύπρο. Τότε , ο Άγιος Θεράποντας φανερώθηκε σ’ αυτούς που κατείχαν το λείψανο του και τους πρόσταξε να το μεταφέρουν από εκεί και να το πάνε στην Κωνσταντινούπολη.
Από τότε εκεί που βρίσκεται τώρα, αναβλύζει πηγές θαυμάτων σ’ αυτούς που προστρέχουν σ’ αυτόν μετά πίστεως.


« Ώφθης Θεράπων οίς θύτης του Λόγου
Ώφθης Θεράπων και δι’ αίματος Πάτερ


Άλλος Άγιος Θεράπων. Ο Άγ. Νικόδημος Ιερομάρτυς αναφέρει:
26 ΙΟΥΝΙΟΥ(Θεράπων)
30 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ( Όσιος Θεράπων ο θαυματουργός) ο εν Κύπρω.
Σύμφωνα με τον Συναξαριστή Άγιο Νικόδημο 1819 Βενετία.
14 ΜΑΙΟΥ και 27 ΜΑΙΟΥ

Ο Άγιος Θεράπων που τιμούμε την μνήμη του στις 27 Μαΐου.
Ο Άγιος αυτός έγινε ιερέας στην πόλη των Σάρδεων.
Συνελήφθη από τον άρχοντα Ουαλλεριανό για την άριστη και ενάρετη ζωή του κι επειδή δίδασκε την Χριστιανική διδασκαλία. Φυλακίστηκε και υπέμεινε μαρτύρια. Μετά απ’ όλα αυτά μεταφέρθηκε δέσμιος στην πόλη η οποία ονομαζόταν Συναός και στην Άγκυρα της Γαλατίας. Μόλις έφθασαν στον ποταμό που ονομάζεται Αστελής, εκεί τον ξάπλωσαν ανάσκελα κατά γης και τον κατέσχισαν με ραβδιά. Στον τόπο που πότισε με το τίμιο αίμα του βλάστησε ένα πολύ μεγάλο δένδρο, μια πολύ μεγάλη βελανιδιά. Αυτό το δένδρο, είναι μέχρι σήμερα αειθαλές κι όποιος προσευχηθεί εκεί θεραπεύεται από κάθε νόσο, είτε χρόνια, είτε παροδική.
Στη συνέχεια από το σημείο εκείνο ο Άγιος μεταφέρθηκε στην τοποθεσία Θρακησίων, κοντά στον ποταμό Έρμο, όπου βρίσκεται και η επισκοπή Σάταλα, η οποία ανήκει στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη των Σάρδεων. Εκεί λοιπόν αοίδιμος αφού υπέστη πολλά και φοβερά μαρτύρια, τελικά αποκεφαλίστηκε και μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε από τον Κύριο τον Αμάραντο Στέφανο του μαρτυρίου.

« μάστιξι θνήσκων, Δεσπότου του σου χάριν

εύνους θεράπων χρηματίζεις θεράπων.»


«εσύ που πέθανες με μαστίγιο για χάρη του Κυρίου και Δεσπότου
εσύ που έχεις το χάρισμα να θεραπεύεις πάντοτε μας θεραπεύεις.»

Συναξάριον
Την ιδ’ του αυτού μηνός Μαίου,
μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του Θαυματουργού



'' Ούτος ο μακάριος είλκε μεν το γένος εκ της των Αλαμάνων χώρας, εξ ευγενών γεννητόρων και ευσεβών καταγόμενος. Αλλά νηπιόθεν της του γένους λαμπρότητος, και των βιοτικών απάντων καταφρονήσας, επειδή τα ιερά γράμματα εξεπαιδεύθη, και πλήρης τούτων εγένετο, ταις ιεραίς Εκκλησίαις εσχόλαζε, τας θείας Γραφάς καθ’ εκάστην επαναγιγνώσκων, και βίον λιτόν μετερχόμενος, και προιούσης της ηλικίας, πάσαν την έφεσιν αυτού προς επίδοσιν αρετής και Θεώ αρέσκειν επιδούς, πάση σκληραγωγία και εγκρατεία εαυτόν καθυπέβαλλεν. Ούτω δε πάντα βαθμόν Εκκλησιαστικόν παραλλάξας, ασκήσει και θεία γνώσει ελλαφθείς, ένθερμος κύρηξ του Χριστού ανεδείκνυτο. Του δε Επισκόπου της ιδίας πατρίδος τον βίον απολιπόντος, εκ θείας προνοίας, ψήφω του φιλοχρήστου λαού κανονικώς, επίσκοπος αναδειχθής καιπερ μη βουλόμενος, Αρχιερεύς ούτος καθίσταται, και της οικείας πατρίδος τους οίακας εγχειρίζεται. Κάλλιστα δε διαλάμψας εν τη Εκκλησία, το της αρχιεροσύνης κατεκόσμησεν αξίωμα, και γέγονε διδάσκαλος της Ορθοδοξίας, ακριβής, πολλούς μεν τω Χριστώ προσαγόμενος, πολλούς δε από και διαφόρων αιρέσεων, εις την αληθή και ορθόδοξον πίστιν καθοδηγών.
Ούτος ουν επί πολλοίς έτεσι το του Χριστού ποίμνιον θεαρέστως ποιμάνας, επειδή ο των ζιζανίων σπορεύς, πόλεμον άσπονδον κατά της Εκκλησίας εκίνησε, του μη προσκυνείν τας αγίας και σεπτάς Εικόνας, στερρώς κατά των Εικονομάχων αντιταξάμενος, ήλεγξεν αυτούς, αιρετικούς και αθέους και ασεβείς αποκαλέσας. Οι δε, μη ανεχόμενοι τας ύβρεις, τας σάρκας του Αγίου κατέξεον όνυξιν.Ο δε άγιος, ευχαρίστως πάντα υποφέρων, έλεγεν προς τους παρόντας. «Υπέρ της του Χριστού και Θεού μου αγίας Εικόνος, ετοίμως έχω μεληδόν κατατμηθήναι». Οι δε αλητήριοι, χερσί και ποσί δεσμεύσαντες τον Άγιον, εναπέρριψαν ζοφώδει φρουρά, και εσφραγισμένων των θυρών ουσών, Άγγελος Κυρίου εν τη νυκτί εκείνη, απέλυσε τον Άγιον εκ των δεσμών αυτόν εκ τρίτου και είπεν αυτώ : «Τάχυνον, και πορεύθητι. Εισακούσθη η δέησίς σου, γνήσιε Μαθητά του Χριστού». Τη δε έωθεν εξαγαγόντες τον Άγιον, ως είδον αυτόν αμετάθετον, τύπτοντες αυτόν απεδίωκον. Ο δε φησι προς αυτούς, «Επειδή αδιόρθωτοι μένετε, και γαυριώντες αλαζονεύεσθε κατ’εμού, ήδη έφθασεν εφ’υμάς η οργή του Κυρίου, ημιξήρους αποκαθιστώσα, ίνα δι υμών και οι λοιποί σωφρονισθώσιν».
Και άμα τω λόγω, ως είδος αστραπής εξ ουρανού κατελθούσης, μετά φρικώδους βροντής, ημιξήρους αυτούς απειργάσατω, ο δε Άγιος, μετά την θείαν εκείνην επιφάνειαν, την πόλιν εκείνην καταλιπών, ανήλθε εις Ιεροσόλυμα. Εν δε τω μέλλειν αποδημήσαι της πατρίδος, ευχαριστηρίους αφήκε φωνάς, ότι την πόλιν αυτού, πολυάνθρωπον ούσαν, και τοσούτον τη αιρέσει πλήθουσαν, επί της εναντίας τάξεως κατέλιπεν.
Άπαντας ουν τους ιερούς τόπους περιελθών, και την οφέλειαν παρ’ εαυτώ θυσαυρίζων, θαύμασι και τέρασι πολλούς κατέπληξεν, όθεν και μέγας θαυματουργός ανεφάνη. Επ’ αυτήν γαρ την Ιερουσαλήμ, εν μια των ημερών παριόντος του Αγίου, γύναιον εξ’ Εβραίων αυτώ προσυπαντά, ούτινος τον παίδα τεθνηκότα εξεκόμιζον, και οία μήτηρ, αμέτρως εκόπτετο * ταύτην δε κατοικτηρήσας ο Άγιος, και την δεξιάν τω τεθνηκότι προτείνας, λέγει « Έγειραι, φησίν εν ονόματι Ιησού Χριστού, όν οι άνομοι Εβραίοι εσταύρωσαν επί Ποντίου Πιλάτου». Και ο λόγος ευθύς ζωτικήν αυτώ δέδωκεν ανέγερσιν. Η δε μήτηρ επί τα ίχνη του Θαυματουργού Θεράποντος προσπεσούσα είπεν « Όν ανέστησας, δι ύδατος αναγέννησόν συν εμί».
Μετά δε ταύτα, χρόνο έτι ικανόν διαβιβάσας, και θαύματα μεγάλα, τη του Χριστού επικλήσει, εις την περιφανή Κύπρον απέπλει, ένθα ξενισθείς παρά Σωσίω τινί, χαλεπώς ασθενούντι, ιάσατο αυτόν και την γυναίκα αυτού, επί χρόνοις εννέα πυρέσσουσαν επί κλίνης, κρατήσας της χειρός, ανήστησιν υγιά. Και έταιροι πολλοί νόσους έχοντες ποικίλας, υγιάνθησαν δια της επιθέσεως των χειρών του Αγίου, και τους αιρετικούς Θεοπασχίτας γενναίως διήλεγξεν. Οθεν εξ’αυτών, άνθρωπος τις αυθάδης και υπερήφανος δέδωκε ραπίσματα τω Αγίω. Μεθ’ημέρας, μεταμεληθέντος του αιρετικού, και συγχώρησιν παρά του Αγίου ζητήσαντος δια την τολμηρίαν, ο Άγιος, ουκ έδωκεν αυτώ συγγνώμην, αλλ’ απεπέμψατο, επαρασάμενος αυτόν είναι κεχωρισμένον της δόξης του Χριστού. Είπε γαρ, ότι τον Κύριον είδε κατ’ όναρ, εν σχήματι παιδίου νεογνού, υπέρ τον Ήλιον εξαστράποντα και περιβεβλημένον λευκόν χιτώνα διερρηγμένον από κεφαλής μέχρι ποδών, ο δε διαρρήξας τον χιτώνα, αυτός έστι και οι ομόφρονες αυτώ.Οι δε ευσεβείς των Κυπρίων εκπλαγέντες την μεγάλην του Αγίου αρετήν και ο τότε Πρόεδρος αυτών, μαθών δια αποκαλύψεως κόσμου περί του Αγίου, ικετεύων μετά παρακλήσεως μένειν εν τη Νήσον τον Άγιον, ίνα πολλόις όφελος και σωτηρίας ψυχής γένηται και προίστασθαι μερικώς Εκκλησίας μίας της κατά Κύπρον κειμένης, ήτις και τω αιγιαλώ προσεπέλαζεν. Ου πολλού δε χρόνου παρελθόντος και επιδρομής αλλοφύλων Αράβων κατά της Κύπρου γενομένης, (οπότε Μοναστήρια και Εκκλησίαι κατεσκάφησαν, και πολλούς ανηλεώς κατέσφαζον), συλλαβόντες οι διώκται ούτοι και τον Άγιον, εν τη Εκκλησία λειτουργούντα, απεκεφάλισαν και κατέσφαξαν αυτόν έμπροσθεν της αγίας Τραπέζης ου γενομένου, ωδαί και μελωδίαι Ασωμάτων Δυνάμεων περί το σώμα του μακαρίου Θεράποντος ανεπέμπετο, και το ξένον θέαμα, τους πιστούς εις ευχαρηστίαν Θεού εκίνησεν, τους δε σφαγέας Άραβας κατέπληττε, οί και μεταμελείσθαι επί τω ανόμω θελήματι εβιάζοντο.Ο δε Άγιος του Χριστού Ιερομάρτυς, υπό των πιστών κηδευθείς, την ατελεύτητον και αγήρω μακαριότητα κεκλήρωται. Το δε τίμιον αυτού λείψανον ανηνέχθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά πάροδον πολλών χρόνων, των Αγαρηνών βουλευσάμενων τη Κύπρω επιτήθεσθαι, αυτού του Αγίου δι’ επιφανείας μετατεθήναι κελεύσαντος. Και νυν ένθα κείται, πηγάς θαυμάτων αναβλύζει εκάστοτε.''

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008




Ας ελπίσουμε οι Έλληνες να μη θρηνήσουμε καμμιά άλλη χαμένη πατρίδα.
Αφιέρωμα στη μνήμη των προγόνων μας από τη Μ. Ασία,
οι οποίοι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες
και βλέπουν ΤΙΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ,όπου οι νεκροί περιμένουν το αντάμωμα και
την ένωση διαμέσου της ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ.
Το διήγημα το έγραψα τον Ιανουάριο του 2001,
με την καθοδήγηση της μητέρας μου
Μαργαρίτας Κούκουρα και τις αναμνήσεις
από τις διηγήσεις του παππού μου ιερέα,
Μιχαήλ Πιτσώκου και της πρεσβυτέρας γιαγιά μου, Δημητρίας.
"ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ"


ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ (μέρος 1ο)

Μεταξύ 1913-1918 κατά την διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου συνεχίστηκαν οι διωγμοί και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων από τα παράλια της Μ. Ασίας, χωρίς ανάπαυλα.

Πόσοι Έλληνες χάθηκαν τα χρόνια αυτά δεν θα γίνει ποτέ γνωστό. Όταν τελείωσε ο πόλεμος , όσοι επέζησαν επαναπατρίστηκαν. Από την Μακεδονία μόνον επαναπατρίστηκαν στις περιοχές απ’ όπου είχαν εκδιωχθεί γύρω στις 140.000. Υπολογίζεται ότι γύρω στις 100.000 επαναπατρίστηκαν στις δυτικές ακτές της Μ. Ασίας.

Ο Μιχαήλ Πιτσώκος του Φραγκίσκου και της Μαρίας, γεννήθηκε στον Πανορμίτη της Τήνου το 1893. Ο πατέρας του Φραγκίσκος καταγόταν από το χωριό ‘Πύργος’ της Τήνου και η μάνα του Μαρία είχε γονείς Μανιάτες. 24 χρόνων παλλικάρι πολέμησε στο Σαραντάπορο ο Μιχαλιός. Ο μόνιμος λοχίας του Ελληνικού στρατού Μιχαήλ Πιτσώκος μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο βρίσκει δουλειά στην εταιρία ‘FOUNDATION’ στην Θεσσαλονίκη. Στην περιοχή του Ιπποδρομίου συναντά και ερωτεύεται την Δημητρία Παλαιολόγου – Γιαννακάρα 
(του μελαχρινού Γιάννη), νεαρή προσφυγοπούλα από την Μ. Ασία. 
Η Δημητρία με την οικογένεια της, πατέρα μάνα, μια αδελφή και δυο αδελφούς 
εκδιώχθηκαν από το Αλί-Αγά, την αρχαία Μυρίνη το 1917.

Το Σεπτέμβριο του 1917 ζουν μαζί την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης 
και χάνουν τα πάντα από τα πάντα.

Αρραβωνιάζονται κατά την διάρκεια της προσφυγιάς στην Θεσσαλονίκη και παντρεύονται όταν επαναπατρίζονται στην Σμύρνη, όπου ο Μιχαήλ Πιτσώκος επιστρέφει στον Ελληνικό στρατό.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1921 στην ενορία της Αγίας Φωτεινής στην Σμύρνη γεννιέται ο πρώτος της οικογένειας του Μιχαήλ Πιτσώκου και της Δημητρίας Παλαιολόγου-Γιαννακάρα. 
– Ένα κορίτσι – Ο δάσκαλος κουμπάρος τους, δίνει στο κορίτσι το όνομα της 
πολυαγαπημένης και αδικοχαμένης γυναίκας του ‘Μαργαρίτας’.

Τον Αύγουστο του 1922 σε πολλές περιοχές της Μ. Ασίας οι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν υποστεί διωγμούς και βιαιοπραγίες από τους Τούρκους και είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τις πόλεις και τα χωριά τους που υφίσταντο το τελειωτικό και φρικώδες έργο της εξόντωσης.

Ο φόβος και ο πανικός συνέχει τον μικρασιατικό ελληνισμό.

Σύγχυση ή σωστότερα χάος επικρατεί στη Μ. Ασία.

Ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης στέλνει διαταγή στους αντιπροσώπους της ύπατης αρμοστείας, στις πόλεις Σόμα, Αδραμύττιο, Πάνορμο, Αρτάκη, 
Μουδανιά, Κίο, Μπάλια, Σαλιχλί και Φιλαδέλφεια 
‘να συσκευάσουν τα αρχεία και πάντες οι δημόσιοι υπάλληλοι 
να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν.’
Στο μεταξύ η ένταση και η ανησυχία στη Σμύρνη καθημερινά μεγάλωναν, 
καθώς έφθαναν από το εσωτερικό της Μ. Ασίας τραίνα κατάμεστα από πρόσφυγες και στρατιώτες, ενώ πάμπολλοι άλλοι κατέκλυζαν τους δρόμους που οδηγούσαν 
στην Σμύρνη και στ’ άλλα παραλιακά αστικά κέντρα.

Οι Αμερικανοί υπολόγιζαν ότι οι πρόσφυγες από το εσωτερικό έφθαναν στη Σμύρνη με ρυθμό 30.000 ατόμων την ημέρα κι έβρισκαν καταφύγιο στις εκκλησίες, στα νεκροταφεία ή στο ύπαιθρο, ενώ οι πιο τυχεροί βολεύονταν στα σπίτια συγγενών τους στην πόλη.

Τα πλήθη των προσφύγων παρουσιάζουν θλιβερό και συγκινητικό θέαμα, με το φόβο ζωγραφισμένο στα πρόσωπα τους δεν έχουν παρά μόνο 
μια σκέψη – να φύγουν το συντομότερο από τη Μ. Ασία.

Όσο περνούν οι ώρες κι οι στιγμές, όλοι αντιλαμβάνονται ότι το 
Ελληνικό κράτος έπαψε να υφίσταται στη Σμύρνη.

Διοίκηση και στρατός αποτελούν τα ράκη της ελληνικής κυριαρχίας .

Οι δημόσιοι υπάλληλοι άρχισαν να αναχωρούν τμηματικά. 
Οι ανώτεροι αξιωματικοί στέλνουν τις οικογένειες τους προς τα νησιά και τον Πειραιά.

Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ανήσυχος για την τύχη των κατοίκων 
στις 23 Αυγούστου του 1922 γράφει στον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι δεν μπορεί με χαρτί και μελάνι να περιγράψει την αφάνταστα κρίσιμη και οδυνηρή κατάσταση 
κι αναρωτιέται αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι για να αποφευχθεί η καταστροφή. 
Στις 25 Αυγούστου η Σμύρνη έχει κατακλυστεί από στρατό.

Οι Έλληνες στρατιώτες φτάνουν στη Σμύρνη! 
Προχωρούν αμίλητοι σαν φαντάσματα, με το βλέμμα καρφωμένο ίσια μπροστά τους, 
χωρίς να κοιτάζουν ούτε δεξιά – ούτε αριστερά 
‘σαν άνθρωποι που περπατούν στον ύπνο τους.’

Το πρωί της 26ης Αυγούστου όλα τα στρατιωτικά καταστήματα, οι στρατώνες, 
τα νοσοκομεία και το φρουραρχείο έχουν εκκενωθεί.

Όλοι μαζεύονται στην προκυμαία ελπίζοντας να βρουν θέση σ’ ένα 
από τα τελευταία πλοία που φεύγουν από τη Σμύρνη.

Τα πλήθη του κόσμου απελπισμένα στην προκυμαία, 
βλέπουν να εγκαταλείπονται ολοκληρωτικά πια στην τύχη τους.

Στο μεταξύ κι άλλοι πρόσφυγες συνεχίζουν να καταφθάνουν από το εσωτερικό, 
καθώς και μεμονωμένοι στρατιώτες.

Την 27η Αυγούστου στο προαύλιο της Αγίας Φωτεινής, όπου είχε συγκεντρωθεί ένα μεγάλο πλήθος προσφύγων ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος διανέμει τρόφιμα.

Τη νύχτα της 27ης προς 28η Αυγούστου του 1922 ο Μιχαήλ Πιτσώκος καβαλάει τ’ άλογο του ντυμένος τη στολή του μόνιμου λοχία του Ελληνικού στρατού και κατευθύνεται προς το χωριό της γυναίκας του, το Αλί – Αγά, όπου βρίσκεται η Δημητρία, η γυναίκα του με την μικρή κόρη τους Μαργαρίτα κοντά στους γονείς και τα αδέλφια της.

Πυροβολισμοί ακούγονται πίσω του, κι οι δρόμοι γεμίζουν 
με πτώματα φρικωδώς παραμορφωμένα.

Τούρκοι στρατιώτες σφάζουν και λεηλατούν.

Ο Μιχαλιός βγάζει το στρατιωτικό του χιτώνιο και το πετά για να μην αναγνωριστεί. 
Με το στρατιωτικό του παντελόνι και το λευκό του πουκάμισο 
σχίζει το σκοτάδι της νύχτας σαν τον άνεμο και φτάνει μετά από ώρες πολλές, 
που δεν μπορεί να μετρήσει στο Αλί – Αγά . 66 χιλιόμετρα!

Λέει στην γυναίκα του να ετοιμαστεί για να τον ακολουθήσει στη Σμύρνη, 
να πάρουν το σπιτικό τους, και να φύγουν για να σωθούν.

Καβάλα στ’ άλογο παίρνουν το δρόμο της επιστροφής.

Μπροστά ο Μιχαλιός με τα γκέμια στα χέρια του και πίσω η 
Δημητρία με την κόρη τους Μαργαρίτα που χρόνιζε την 1η Σεπτεμβρίου.

Στο δρόμο τους συνάντησαν πλήθη αλαφιασμένων κι 
εξαθλιωμένων προσφύγων που τους λένε να μη γυρίσουν πίσω στη Σμύρνη.

ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1922

Η Σμύρνη καίγεται! 
Οι φλόγες ξεπηδούν από την μία στην άλλη σμυρναϊκή συνοικία, 
σαν πραγματική αλυσίδα, από την οποία δεν ξεφεύγει κανένας κρίκος.


Οι στρατιώτες του Νουρεντίν καίνε τις πυκνοκατοικημένες λαϊκές συνοικίες 
του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αγίου Νικολάου, 
που γίνονται στη στιγμή παρανάλωμα του πυρός.

Η προκυμαία είναι πλημμυρισμένη από μυριάδες άστεγου λαού που υπολογίζονται σε 300.000.

ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΒΡΟΥΝ 
ΚΑΠΟΙΟ ΠΛΩΤΟ ΜΕΣΟ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ.

Στο Αλί – Αγά όλοι οι κάτοικοι, μ’ ότι μπορεί να πάρει ο καθένας τους 
σ’ ένα μπογαλάκι τρέχουν για να σωθούν.

Μπροστά στο χωριό, στη θάλασσα είναι ο όρμος Πλάτη.

Κρύβονται εκεί για να μην φαίνονται από το μέρος της στεριάς.

Ο Μιχαλιός ανεβαίνει ψηλά κι αγναντεύει μ’ αγωνία το πέλαγος.
Ένα καΐκι φαίνεται μακριά στον ορίζοντα.

Έϊ! εσείς πατριώτες! (φωνάζει). Σώστε μας αδέρφια, βοήθεια!
Δεν φαίνεται να ακούγεται η φωνή του.

Βοήθεια πατριώτες! Εδώ! Βοήθεια!!!

Κοιτιέται απάνω του να βρει δύναμη μέσα απ’ τα σωθικά του.

Και τότε βλέπει το λευκό του πουκάμισο. 
Το τραβάει μ’ ορμή και σχίζει τα κουμπιά. 
Βγάζει ένα κομμάτι λευκό πανί και τ’ ανεμίζει με δύναμη στον αέρα.

Αδέρφια εδώ! Εδώ! Βοήθεια!!!...

Αυτό είναι!

Οι Μυτιληνιοί βλέπουν το λευκό πανί ν’ ανεμίζει στον όρμο της 
Μικρασιατικής ακτής και πλησιάζουν.
Επιβιβάζουν στο σκάφος τους τούς μαρτυρικούς πια πρόσφυγες 
και τους πάνε προς τις ακτές της Μυτιλήνης.

Πίσω τους οι Τούρκοι λεηλατούν και καίνε. 
Από την παραλία φθάνουν κραυγές σφαζόμενων ανθρώπων 
κι ολόγυρα στην ακτή επιπλέουν πτώματα πνιγμένων.

Το καΐκι τους έβγαλε στη Μυτιλήνη. Κι απ’ εκεί έφτασαν στον Πειραιά.

Στην Αθήνα ιδρύθηκε επιτροπή αναζήτησης των χαμένων 
προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.

Εκεί, ο Μιχαήλ Πιτσώκος βρήκε τους αδελφούς του 
Φραγκίσκο, Κωνσταντίνο,
Φίλιππο και την αδελφή του Ελένη.

Ο Φίλιππος πέθανε από καρδιακή προσβολή μετά από φυσιοθεραπεία για πόνο στη μέση.

Η Ελένη Πιτσώκου – έπειτα Καρδαμίτση – εγκαταστάθηκε στο Πασαλιμάνι, 
στον Πειραιά, όπου συνέχισε την μοδιστρική.

Ο Φραγκίσκος αποκαταστάθηκε γεωργικά στη Νέα – Πέλλα, 
όπου απέκτησε δυο παιδιά τον Μιχαλιό και την Μαρία (Μαρίκα).

Ο Κωνσταντίνος πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και οδηγήθηκε στα βάθη της Ασίας, όπου και τον κράτησαν οκτώ χρόνια. Βρήκε όμως τρόπο και δραπέτευσε και έφθασε στ’ αδέλφια του Μιχάλη και Φραγκίσκο στη Μακεδονία. 
Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, 
στην περιοχή της Κάτω Τούμπας.
Στο υπόλοιπο της ζωής του υπέφερε από σπασμούς της κεφαλής, 
από τα βασανιστήρια και τους ξυλοδαρμούς της οκτάχρονης αιχμαλωσίας του.

Ο Κωνσταντίνος ήταν περίφημος χειρογλύπτης.
Είχε κληρονομήσει την πατροπαράδοτη δεξιοτεχνία των Τηνιακών γλυπτών.
Έργα του είναι τα κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα στο μέγαρο της Τραπέζης της Ελλάδος, στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Ίωνος Δραγούμη, κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.


Τα παιδιά του Νίκος, Σταύρος, Αντώνης, Σώτος, Νίκη και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους ζουν στην Κάτω Τούμπα της Θεσσαλονίκης.

Ο Μιχαήλ Πιτσώκος με τον ανιψιό του Μιχαλιό, τον γιο του αδελφού του Φίλιππα, άνοιξαν ένα κλειστό εγκατελημένο σπίτι στην οδό Τσιμισκή, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Διαγώνιος μετά τη διάνοιξη της κι ύστερα βγήκαν στους δρόμους και ζητιάνεψαν σκεύη και κουβέρτες από τα εμπορικά καταστήματα της πόλης για να μπορέσουν να κρύψουν την γύμνια τους, να σκεπαστούν, να επιβιώσουν.

Ο Μιχαήλ Πιτσώκος μνημονεύει μ’ ευγνωμοσύνη την αμέριστη βοήθεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης που κι αυτοί είχαν υποστεί διωγμούς και ταλαιπωρίες στην διασπορά και γνώριζαν τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Μιχαήλ Πιτσώκος δούλεψε στο Δήμο Θεσσαλονίκης από το 1922 μέχρι το 1933.

Συναρμολογούσε και προσάρμοζε λαιμαργιές στα άλογα που έσερναν τα τετράτροχα κάρα της Δημαρχίας, τα σκουπιδιάρικα που μετέφεραν τα σκουπίδια.

Ταπεινή και καταφρονεμένη δουλειά για έναν αξιωματικό του Ελληνικού Ιππικού, ο οποίος όμως με τα λιγοστά χρήματα που κερδίζει ζει την οικογένεια του, την γυναίκα του Δημητρία, την κόρη του Μαργαρίτα και το γυιό του Κωνσταντίνο που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και δυο δίδυμα αγόρια που πέθαναν λίγο μετά τη γέννηση τους.

συνεχίζεται.....

δείτε την ιστορία στο site της "Εγνατία" τηλεόρασης 

στα εκπαιδευτικά ντοκυμαντέρ της εκπομπής 
"Όσα Μύθια Τόση Αλήθεια" no 43 "ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ"